Κυριακή, 27 Απριλίου 2008

Ω γλυκύ μου έαρ


Τώρα την άνοιξη , τον σκληρότητατο αυτόν Απρίλη 1, η αλληλουχία της γέννησης και του θανάτου ξεπροβάλει. «Οδός άνω κάτω μια και ωυτη» λέει ο σκοτεινός φιλόσοφος 2 , ο δρόμος που ανεβαίνει και ο δρόμος που κατεβαίνει είναι ο ίδιος. Περίεργα που μπλέκει ο θρήνος με την χαρά αιώνες τώρα σε αυτή τη γειτονιά.

« Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;» ακούγεται κάτω από το σταυρό ο θρήνος της Παναγίας. Ακολουθεί η ανάσταση.

Άλλοι μέσα στο επιτάφιο διακρίνουν ακόμα τα μέλη του Άδωνη,

Στ' Όσιου Λουκά το μοναστήρι, απ' όσες
γυναίκες του Στειριού συμμαζευτήκαν
τον Eπιτάφιο να στολίσουν, κι όσες
μοιρολογήτρες ώσμε του Mεγάλου
Σαββάτου το ξημέρωμα αγρυπνήσαν,
ποια να στοχάστη - έτσι γλυκά θρηνούσαν! -
πως, κάτου απ' τους ανθούς, τ' ολόαχνο σμάλτο
του πεθαμένου του Άδωνη ήταν σάρκα
που πόνεσε βαθιά;
Γιατί κι ο πόνος
στα ρόδα μέσα, κι ο Eπιτάφιος Θρήνος,
κ' οι αναπνοές της άνοιξης που μπαίναν
απ' του ναού τη θύρα, αναφτερώναν
το νου τους στης Aνάστασης το θάμα,
και του Xριστού οι πληγές σαν ανεμώνες
τους φάνταζαν στα χέρια και στα πόδια,
τι πολλά τον σκεπάζανε λουλούδια
που έτσι τρανά, έτσι βαθιά ευωδούσαν!

Aλλά το βράδυ το ίδιο του Σαββάτου,
την ώρα π' απ' την Άγια Πύλη το ένα
κερί επροσάναψε όλα τ' άλλα ως κάτου,
κι απ' τ' Άγιο Bήμα σάμπως κύμα απλώθη
το φως ώσμε την ξώπορτα, όλοι κι όλες
ανατριχιάξαν π' άκουσαν στη μέση
απ' τα "Xριστός Aνέστη" μιαν αιφνίδια
φωνή να σκούξει: "Γιώργαινα, ο Bαγγέλης!"

Kαι να· ο λεβέντης του χωριού, ο Bαγγέλης,
των κοριτσιών το λάμπασμα, ο Bαγγέλης,
που τον λογιάζαν όλοι για χαμένο
στον πόλεμο· και στέκονταν ολόρτος
στης εκκλησιάς τη θύρα, με ποδάρι
ξύλινο, και δε διάβαινε τη θύρα
της εκκλησιάς, τι τον κοιτάζαν όλοι
με τα κεριά στο χέρι, τον κοιτάζαν,
το χορευτή που τράνταζε τ' αλώνι
του Στειριού, μια στην όψη, μια στο πόδι,
που ως να το κάρφωσε ήταν στο κατώφλι
της θύρας, και δεν έμπαινε πιο μέσα!

Kαι τότε - μάρτυράς μου νά 'ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -
απ' το στασίδι πού 'μουνα στημένος
ξαντίκρισα τη μάνα, απ' το κεφάλι
πετώντας το μαντίλι, να χιμήξει
σκυφτή και ν' αγκαλιάσει το ποδάρι,
το ξύλινο ποδάρι του στρατιώτη,
- έτσι όπως το είδα ο στίχος μου το γράφει,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -,
και να σύρει απ' τα βάθη της καρδιάς της
ένα σκούξιμο: "Mάτια μου… Bαγγέλη!"

Kι ακόμα, - μάρτυράς μου νά 'ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -,
ξοπίσωθέ της, όσες μαζευτήκαν
από το βράδυ της Mεγάλης Πέφτης,
νανουριστά, θαμπά για να θρηνήσουν
τον πεθαμένον Άδωνη, κρυμμένο
μες στα λουλούδια, τώρα να ξεσπάσουν
μαζί την αξεθύμαστη του τρόμου
κραυγή που, ως στο στασίδι μου κρατιόμουν,
ένας πέπλος μου σκέπασε τα μάτια!…3

  1. Έλιοτ
    Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας
    Μες απ΄ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας
    Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας
    Με την βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές.
  2. Ο Ηράκλειτος
  3. Σικελιανός Στ. Οσίου Λουκά το Μοναστήρι

Κυριακή, 20 Απριλίου 2008

Η δικτατορία του εικονικού

Είναι εύκολο και ιδιαίτερα συγκινητικό (ειδικά σε κάθε επέτειο) να καταδικάζουμε τη δικτατορία του 1967, ενώ την ίδια στιγμή μας αφήνουν αδιάφορους τα καθημερινά μικρά αλλά όχι λιγότερο επαχθή πραξικοπήματα, μεσούσης της δημοκρατίας. Η μεγάλη πολιτική Εκτροπή μπορεί να τελείωσε, οι μικρές πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές εκτροπές εξακολουθούν και συμβαίνουν. Και μάλιστα μπροστά στα μάτια μας. Στα χρόνια της δικτατορίας μπορούσαμε να διακρίνουμε καλύτερα το ψεύτικο από το αληθινό. Η καθημερινή προπαγάνδα, όπως άλλωστε κάθε προπολεμική ή μεταπολεμική προπαγάνδα ολοκληρωτικών καθεστώτων, ήταν πανίσχυρη ακόμη κι αν τα ΜΜΕ της εποχής, ραδιόφωνο και Τύπος, δεν μπορούν να συγκριθούν με τα σημερινά. Το κυριότερο, τα χρόνια εκείνα δεν είχε εφευρεθεί ακόμη το εικονικό, τουλάχιστον στον βαθμό που υπάρχει σήμερα. Η εικόνα του κόσμου ήταν άσκημη, αλλά παρά ταύτα αληθινή. Η εικονική πραγματικότητα, που προβάλλεται σήμερα με χίλιους τρόπους, φαίνεται ωραία αλλά είναι απάτη. Μας είναι δύσκολο να διακρίνουμε πια όχι την πραγματικότητα από την εξεικόνισή της αλλά την εικόνα από το εικονικό. Αν μια εικόνα είναι ισχυρότερη από χίλιες λέξεις, πόσες λέξεις ισοδυναμούν με το εικονικό;

Η στρατιωτική δικτατορία αποτελεί απροκάλυπτη βία, φανερώνεται ένσαρκα και ένστολα, έχει πρόσωπο ορατό. Τη βλέπουμε και την αισθανόμαστε ως εφιαλτική πραγματικότητα που όσο και να καμώνεται δεν μας ξεγελά. Η δικτατορία του εικονικού δεν έρχεται βίαια, δεν φορά στολή, έχει πολλά ποδάρια και πολλά πρόσωπα. Οι πολιτικοί λ.χ. που εμφανίζονται καθημερινά στο εικονοστάσι της τηλεόρασης, είτε ως κυβερνητικοί είτε ως αντιπολιτευόμενοι, προσπαθούν να μας πείσουν για κάτι που δεν υπάρχει. Το χειρότερο, προσπαθούν να μας πείσουν πως αυτό που βλέπουμε δεν είναι αυτό που πράγματι βλέπουμε. Το υπουργείο Παιδείας, ως παράδειγμα, και τώρα και παλιότερα, πιστεύει πως μπορεί να αποδείξει, μέσα από διάφορα επικοινωνιακά κόλπα, πως όντως υφίσταται σήμερα στην Ελλάδα εκπαιδευτική πολιτική, πως όντως τα παιδιά μας μετέχουν, όπως λένε, της ελληνικής ή της ευρωπαϊκής παιδείας. Υπάρχουν εξαιρέσεις, αλλά αν γινόταν μια πραγματική αξιολόγηση και των διδασκόντων και των διδασκομένων θα φαινόταν όχι έλλειμμα αλλά χάος. Οι πανελλαδικές εξετάσεις, που επίκεινται οσονούπω, μας αποκαλύπτουν κάθε χρόνο μια εφιαλτική πραγματικότητα, την οποία οι «αρμόδιοι» ερμηνεύουν εντελώς παραπλανητικά. Η παιδεία μας, η οικονομία μας, το περιβάλλον μας, ο πολιτισμός μας και όλως ιδιαιτέρως ο αθλητισμός μας ως προβαλλόμενη εικονική πραγματικότητα είναι η πραγματική εκτροπή από την καθημερινή ζώσα δημοκρατία. Ακούμε πολλές φορές πως υπάρχει έλλειμμα πολιτικής. Το σωστό είναι να αναφερόμαστε σε έλλειμμα πραγματικότητας.

Υπάρχει κάτι χειρότερο από αυτό; Δυστυχώς ναι! Η ενίοτε αμέριστη συμμετοχή μας στα καθημερινά δρώμενα μιας εικονικής πραγματικότητας. Αφήνοντας κατά μέρος τα σενάρια των μελλοντολόγων, του αποκρυφισμού και της ανθελληνικής συνωμοσίας, ας προσπαθήσουμε να δούμε το προφανές και το απλούστερο: η απειλή του Μεγάλου Αδελφού δεν ορίζεται τόσο από το γεγονός ότι μας παρακολουθούν με κάμερες και ελέγχουν τις κινήσεις μας. Η πραγματική απειλή έγκειται στην ευκολία του όποιου Μεγάλου Αδελφού να μας δείχνει την εικόνα ενός κόσμου που ο ίδιος κατασκευάζει και επιθυμεί να βλέπουμε. Μεγάλος Αδελφός είναι όλοι οι μικροί αδελφοί μας (πολιτικοί, καλλιτέχνες, διασκεδαστές, αναλυτές) που παράγουν και προωθούν το εικονικό. Η «επαναστατική» και «δημοκρατική» μας ευαισθησία εκδηλώνεται συνήθως με το να εξορκίζουμε ή και να σπάμε τις κάμερες των δρόμων. Ας το δεχθούμε. Ομως ως τώρα κανείς προοδευτικός πολιτικός δεν μας έχει προτρέψει να σπάσουμε τις τηλεοράσεις. Προφανώς επειδή αποτελεί και ο ίδιος μέρος του τηλεοπτικού θεάματος.

Η εικόνα του κόσμου και του εαυτού μας, είτε ως είδηση προβάλλεται είτε ως ψυχαγωγία χρησιμοποιείται, αποτελεί μέρος του ανθρώπινου πολιτισμού, ακόμη κι αν φιλόσοφοι, όπως ο Πλάτωνας, ισχυρίζονται πως όλα γύρω μας είναι χλωμές αντανακλάσεις της «άλλης», της αυθεντικής πραγματικότητας. Δυστυχώς για μας η μόνη πραγματικότητα που εξ αντικειμένου γνωρίζουμε είναι ο γύρω κόσμος και ο εαυτός μας. Η εικόνα δεν είναι πάντοτε ωραία και ιδανική. Αλλά είναι καλύτερη από την ψευδή εικόνα που προβάλλεται συνεχώς πάνω μας, εικόνα που όχι μόνο δεχόμαστε αλλά και αφήνουμε να μας χωνέψει ως μέρος της. Βλέπουμε τα καθημερινά πραξικοπήματα και τα προσπερνάμε υπακούοντας στο φρικτό δαντικό κέλευσμα, guarda e passa, βλέπε και προσπέρνα. Καλό λοιπόν είναι να καταδικάζουμε την 21η Απριλίου του 1967 και ποτέ να μη τη λησμονούμε. Ωστόσο εξίσου καλό - καλύτερο θα έλεγα - είναι να ελέγχουμε και να αποτρέπουμε καθημερινά όλες εκείνες τις μικρές, άδηλες και για τούτο ιδιαίτερα επικίνδυνες πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές εκτροπές. Ειδικά εκείνες που παράγονται εν ονόματι της δημοκρατίας και προβάλλονται μεταποιημένες σε εικόνες απάτης. Η πραγματικότητα μπορεί και γίνεται εικονική, οι δικτατορίες όμως είναι πάντοτε πραγματικές.

Ο κ. Γιώργης Γιατρομανωλάκης είναι καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας και συγγραφέας.

http://tovima.dolnet.gr/print_article.php?e=B&f=15340&m=B24&aa=1


Σχόλια

Μεταφέρω αυτούσιο το παραπάνω κείμενο διότι δεν θα μπορούσα να το εκφράσω καλύτερα. Παλιά ο εχθρός ξέραμε ποιος ήταν και η αντίδραση ήταν ζήτημα θάρρους. Σήμερα ο εχθρός είναι δίπλα μας, ίσως να είμαστε και εμείς μέρος του προβλήματος. Το ζητούμενο πλέον δεν είναι το θάρρος αλλά η αυτογνωσία, η καχυποψία, η αμφιβολία, το "γνώθι σ αυτόν" των αρχαίων.

Πέμπτη, 17 Απριλίου 2008

Το μοναστήρι και η αγορά (σκόρπιες σκέψεις)


H θρησκεία και η επιστήμη έχουν και ένα κοινό : την απολυτότητα.
Μόνο που το απόλυτο του καθενός τρόπου σκέψεις έχει διαφορετικό αντικείμενο.

Η θρησκεία θεωρεί απόλυτη την ύπαρξη του Θεού. Δίχως αυτή τη πίστη τίποτα δεν έχει νόημα και αντίστροφα τα πάντα αποκτούν το νόημα τους απ΄ αυτή τη προοπτική. Η επιστήμη αντίθετα θεωρεί απόλυτο το όχημα που θα την οδηγήσει στην αλήθεια, δηλαδή την λογική. Η αδηφάγα λογική, επεξεργάζεται συνεχώς τα δεδομένα ,προσαρμόζει συνέχεια την αλήθεια της, προκειμένου να πετύχει τη βέλτιστη εξήγηση. Αυτή είναι και η βασική διαφορά τους. Η πρώτη δεν διαπραγματεύεται την αλήθεια της και προσπαθεί να συμμορφώσει την εμπειρία και τη λογική σ΄ αυτή, ενώ αντίθετα η επιστήμη είναι ικανή να αποδεχτεί τα πάντα, ακόμα και γεγονότα που ξεφεύγουν από τη κοινή εμπειρία, όπως η σχετικότητα του χρόνου, αρκεί να ικανοποιείται η σχέση της λογικής της με τα πειραματικά δεδομένα.

Ο καλύτερος τόπος για να εξασκηθεί κανείς στην θρησκευτική εμπειρία είναι το μοναστήρι. Εκεί ο ασκητής απομονωμένος από τις εμπειρίες που διαβάλουν συνεχώς την εμπειρία του, μπορεί να αφιερωθεί στην λατρεία του, να χαθεί στο άπειρο της θεότητας που έχει επιλέξει.

Αντίθετα ο χώρος που πρώτο χρησιμοποιήθηκε η λογική ήταν η αγορά, το σημείο συνάντησης διαφορετικών απόψεων. Η συνειδητοποίηση της διαφορετικότητας τον απόψεων, των συμφερόντων κλπ. έκανε επιτακτική την ανάγκη χρήσης της αφηρημένης μεθόδου επικοινωνίας, σεβαστής απ΄ όλους, του διαλόγου. Η λογική βασίζεται σε κοινούς τόπους, σε απλές σκέψεις όπως ένα και ένα κάνει δύο, που απώτερος σκοπός τους είναι να βρεθεί ο κοινός τόπος μεταξύ αντικρουόμενων απόψεων. Από κει πηγάζει και η κοινή λογική, δηλαδή η λογική που είναι κοινή σε όλους.

Ο θρησκευτικός λόγος είναι μονόλογος, είναι ο μονόλογος του θεού. Υπάρχουν τα κείμενα που κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει και ο πιστός ασκείται στην κατανόηση και ενσωμάτωση τους. Ιδανικό είναι η εναρμόνιση με το θείο λόγο.

Η επιστήμη απ΄ την άλλη χαρακτηρίζεται από το διάλογο. Ορθό στην προκείμενη είναι αυτό που μπορεί να αποδειχθεί με λογικά επιχειρήματα, που εξηγεί καλύτερα τη κοινή εμπειρία. Η θεωρίες του Δαρβίνου, του Αϊνστάιν ήταν πρωτόφαντες απόψεις που όμως η επιστημονική κοινότητα τις ασπάστηκε γιατί κατάφεραν να περιγράψουν καλύτερα τη πραγματικότητα, γιατί η λογική τους ήταν ποιο συνεπής με τα εμπειρικά δεδομένα. Ακόμα και αυτές οι θεωρίες περιμένουν τη νέα που θα τις ξεπεράσει.

Η ίδια μαγιά που γέννησε την επιστήμη γέννησε και την δημοκρατία. Δημοκρατία δεν είναι παρά η διακυβέρνηση δια του διαλόγου. Η αγορά είναι το σημείο ανταλλαγής απόψεων. Η δημοκρατία σαφώς έχει σφάλει αλλά έχει παράλληλα την μοναδική ικανότητα προσαρμογής των απόψεων της που λείπει από το μονόλογο των απολυταρχικών καθεστώτων. Η δημοκρατία ανδρώνεται στην αμφισβήτηση και την προσπάθεια υπέρβασης της.

Ιστορικά οι εξ αποκαλύψεως θρησκείες υπηρέτησαν απολυταρχικά καθεστώτα. Ο μονόλογος του θεού βρίσκει το γήινο αντίστοιχο του στο μονόλογο του βασιλέα, του τυράννου ή του αυτοκράτορα. Αυτοί που ζουν σε απολυταρχικά καθεστώτα δεν είναι πολίτες αλλά υπήκοοι. Η οπτική τους προσαρμόζεται στα λεγόμενα των ταγών τους, και η επιτυχία τους είναι η προσαρμογή στις βουλές του άρχοντα ή του αρχιερέα. Η απολυταρχία έχει ανάγκη την υπακοή, την τάξη και την ασφάλεια.